σκυρόδεμα

Κονίαμα από τσιμέντο, χαλίκια και άμμο, το οποίο σκληραίνει με την πήξη και είναι κατάλληλο για διάφορες ανθεκτικές κατασκευές. Στο σ., τα υλικά αυτά ανακατεύονται σε ορισμένες αναλογίες, συνήθως 300 κιλά κανονικού τσιμέντου (συνδετικό υλικό), με 0,8 κυβ. μέτρα χαλίκια και 0,4 κυβ. μέτρα άμμου (αδρανή υλικά). Τα χαλίκια και η άμμος πρέπει να ανταποκρίνονται σε ορισμένες προδιαγραφές μεγέθους ή κοκκομετρίας και να είναι τελείως καθαρά (στην ανάγκη πλένονται). Το κονίαμα ετοιμάζεται με το ανακάτωμα των στεγνών υλικών. Μετά προσθέτουν το νερό και το όλο μείγμα αναδεύεται καλά με τα χέρια ή στη μπετονιέρα. Η μεταφορά γίνεται με καροτσάκια ή με τις κατάλληλες εγκαταστάσεις διανομής, ώστε το μείγμα να χυθεί αμέσως στα ήδη τοποθετημένα καλούπια. Το απλό σ. χρησιμοποιείται συχνά σε βαριές κατασκευές: δάπεδα θεμελίων μεγάλου πάχους, χαντάκια μεταφοράς νερού σε τεχνητές λίμνες. Το οπλισμένο είναι ανθεκτικό σύστημα κατασκευής το οποίο χρησιμοποιείται γενικά σήμερα για κάθε είδος σκελετού κτιρίων, για στέγες, γέφυρες, κλπ., ακόμα και για σωλήνες ή ειδικά εξαρτήματα. Στο σ., όπως και στις κατασκευές από σίδερο ή από ξύλο και, αντίθετα προς την τοιχοποιία, εκμεταλλευόμαστε τις δυνατότητες εφελκυσμού και την ελαστικότητα του υλικού, αντί μόνο την ανθεκτικότητα. Ενώ στις κατασκευές από σίδερο ή από ξύλο, αυτές οι δύο ιδιότητες ελαττώνονται από το ίδιο το υλικό, που είναι ικανό να ανθίσταται εξίσου και τις δύο, στο οπλισμένο διαχωρίζονται έτσι, ώστε το σ. να απορροφά μόνο τη θλίψη και ο σίδηρος ν’ απορροφά κυρίως τον εφελκυσμό. Μια δοκός π.χ. όταν στηρίζεται στα άκρα της και δέχεται την πίεση ενός φορτίου, τείνει να καμφθεί και να καμπυλωθεί. Εξαιτίας αυτού, οι ανώτερες ίνες της δοκού επιβραχύνονται εξαιτίας της θλίψης, ενώ οι κατώτερες επιμηκύνονται γιατί υφίστανται εφελκυσμό. Οι δύο ζώνες της τομής διαιρούνται από ένα ουδέτερο άξονα κατά μήκος του οποίου γίνεται η αναστροφή και όπου οι δυνάμεις είναι μηδενικές. Για να οπλίσουμε το σ., τοποθετούμε στο κατώτερο μέρος της δοκού μερικές στρογγυλές ράβδους από μαλακό σίδερο ή ημίσκληρο χάλυβα, οι οποίες απορροφούν τον εφελκυσμό, ενώ στο ανώτερο μέρος, ανθίσταται στη θλίψη μόνο του. Κατά τον υπολογισμό της κατασκευής θεωρείται αμελητέο το μέρος του σκυροδέματος, που βρίσκεται στη ζώνη εφελκυσμών. Έχουμε έτσι μια ορθολογική υποδιαίρεση της εργασίας, σύμφωνα με τις διάφορες ιδιότητες των δύο υλικών. Η κατανομή των δυνάμεων μπορεί φυσικά να είναι αρκετά διάφορη από τη στοιχειώδη αυτή περίπτωση, ανάλογα με τις συνθήκες στήριξης και το φορτίο. Ο υπολογισμός, συνήθως αρκετά περίπλοκος, επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τη μεταβολή των δυνάμεων και να τοποθετήσουμε τα σίδερα στην κατάλληλη ποσότητα και στις επιθυμητές θέσεις για να απορροφήσουν τις δυνάμεις οι οποίες υπολογίζονται με βάση τις συνθήκες φόρτησης, του βάρους κλπ. Το σύστημα αυτό κάνει δυνατές τις πιο περίπλοκες και τολμηρές κατασκευές και συνήθως είναι οικονομικά ευνοϊκό ακόμα και για την ταχύτητα κατασκευής. Η πρώτη εργασία που πρέπει να γίνει είναι η τοποθέτηση των τύπων, δηλαδή των καλουπιών, μέσα στα οποία θα τοποθετηθεί το σκυρόδεμα. Αυτά είναι συνήθως από ξύλο (ξυλότυποι) αλλά σήμερα χρησιμοποιούνται και μεταλλικά, που απαιτούν όμως μια κάποια τυποποίηση των διατμίσεων. Στα καλούπια αυτά τοποθετείται ο οπλισμός, με τη μορφή ράβδων κυκλικής διατομής, στο κατάλληλο σχήμα και καμπυλομένες στα άκρα και στις ενώσεις τους σε σχήμα γάντζου, για να αντιστέκονται σε κάθε μετατόπιση, η οποία είναι πολύ δύσκολη, εξαιτίας της υψηλής πρόσφυσης που υπάρχει μεταξύ σ. και σιδήρου. Για να ελαττωθεί επίσης η δυνατότητα μετατόπισης χρησιμοποιούνται ράβδοι που η επιφάνεια τους δεν είναι τελείως κυλινδρική. Οι ράβδοι συνδέονται με εγκάρσιες «τέστρες» από πιο λεπτό σίδερο, ενωμένες με συνδέσμους από σύρμα, έτσι ώστε να σχηματίζουν ένα πλέγμα. Κατόπιν συνδέονται με τα καλούπια στην κατάλληλη απόσταση από τον πυθμένα και τα τοιχώματα, ώστε να περιβληθούν από το σ. Ακολουθεί το χύσιμο του κονιάματος στα καλούπια και μετά από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το οποίο εξαρτιέται από την ποιότητα του τσιμέντου που χρησιμοποιούμε, γίνεται η εξαγωγή του καλουπιών, λύνουμε δηλαδή τους ξυλότυπους και έχουμε έτσι την τελική κατασκευή. Τα σχήματα τα οποία υιοθετούνται συνήθως είναι οι κολόνες, οι δοκοί (οριζόντιες ή γερτές) και οι πλάκες, δηλαδή οι επίπεδες κατασκευές λίγο ή περισσότερο παχειές. Οι δοκοί στηρίζονται στις κολόνες, και πάνω στους δοκούς στηρίζονται οι πλάκες. Αυτές σχηματίζουν π.χ. τα δάπεδα των ορόφων, τους εξώστες και τις στέγες. Είναι επίσης δυνατές κατασκευές σε πρόβολο, δηλαδή πακτωμένες από ένα μέρος και ελεύθερες από το άλλο, οι οποίες αρχίζουν από τους απλούς εξώστες ως τις μεγαλοπρεπείς στέγες των κερκίδων στα στάδια. Το οπλισμένο σ. χρησιμοποιείται επίσης και για την κατασκευή στύλων και στηριγμάτων (π.χ. για ηλεκτρικά δίκτυα) ακόμα και για αγωγούς υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων, κατασκευασμένους στο εργοτάξιο. Εξάλλου, η βιομηχανία προπαρασκεύαζα πολλά τεμάχια προορισμένα για την οικοδομική, όπως πλάκες για δάπεδα, τεμάχια τοίχων, κλπ. Επειδή η αναγκαία εργασία για τις κατασκευές απαιτεί ακρίβεια υπολογισμών και εκτέλεσης, υπάρχει ένας κανονισμός με πολύ αυστηρές προδιαγραφές ως προς τους υπολογισμούς, τις δοκιμές αντίστασης του σ. και για την εκτέλεση των εργασιών. Το προεντεταμένο οπλισμένο σ. είναι βελτιωμένο οπλισμένο σ. Σ’ αυτό τα σίδερα, όταν τοποθετηθούν στα καλούπια και πριν να χυθεί το σ.; δέχονται μια ισχυρή τάση προϋπολογισμένη με μηχανικές τροχαλίες, η οποία διατηρείται ώσπου να ολοκληρωθεί η πήξη του. Τα σίδερα αυτά, όταν ελευθερωθούν από την τάση που τους επιβλήθηκε, τείνουν να επιβραχυνθούν εξαιτίας ελαστικότητας, μέσα στην ίδια τη δομή του σ., και έτσι εισάγουν μια τάση μόνιμης θλίψης, ανεξάρτητης από το φορτίο (προένταση), η οποία βελτιώνει τις συνθήκες αντοχής. Τα έργα από προεντεταμένο οπλισμένο σ., κυρίως γέφυρες, διακρίνονται για την κομψότητα της μορφής τους. Δείγμα οροφής κατασκευασμένης από σκυρόδεμα. Η μοντέρνας αρχιτεκτονικής οροφή αυτή, που θαυμάζεται για τη στερεότητά της, αλλά και την κομψότητα των γραμμών της, βρίσκεται στην αίθουσα έκδοσης εισιτηρίων του σιδηροδρομικού σταθμού της Ρώμης, του γνωστού ως Τέρμινι. Συσκευή κατασκευής σκυροδέματος σε μικρές ποσότητες, που χρησιμοποιείται συνήθως για τη διευκόλυνση εργατών που ασχολούνται με την ανέγερση μικρών οικοδομών. Συσκευές του είδους υπάρχουν σε διάφορους τύπους. Διαμόρφωση σκυροδέματος σε οροφή κτιρίου (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
και σκιρόδεμα και σκιρρόδεμα, το, Ν
1. τεχνητό οικοδομικό υλικό που αποτελείται από μίγμα αδρανών υλικών, και κυρίως σκύρων, χαλικιών και άμμου, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με υδραυλική συνδετική ύλη που σήμερα είναι το τσιμέντο, αλλ. σκυροκονίαμα, κν. μπετόν
2. φρ. α) «ασφαλτικό σκυρόδεμα» — παραλλαγή σκυροδέματος που χρησιμοποιείται στην οδοποιία και αποτελείται από μίγμα ασφάλτου ως συνδετικού μέσου μεταξύ διαφόρων υλικών ορυκτής προέλευσης και στερεοποιείται χωρίς νερό
β) «αφρώδες σκυρόδεμα» — ελαφρό σκυρόδεμα με σύσταση που επιτρέπει τη δημιουργία απειράριθμων σφαιρικών φυσαλλίδων στην αποσκληρυμένη μάζα του
γ) «ελαφρό σκυρόδεμα» — σκυρόδεμα στο οποίο η πυκνότητα είναι μικρότερη από την πυκνότητα τού κοινού σκυροδέματος, στο οποίο η αναλογία συνδετικού μέσου και αδρανών υλικών σε όγκο είναι 2 προς 3
δ) «οπλισμένο σκυρόδεμα» — σκυρόδεμα στο εσωτερικό τού οποίου έχει ενσωματωθεί μεταλλικός σκελετός, ο οπλισμός, ο ρόλος τού οποίου είναι να δέχεται τις καμπτικές και εφελκυστικές καταπονήσεις, έναντι τών οποίων η αντοχή τού κοινού σκυροδέματος είναι μικρή, κν. σιδηρομπετόν ή μπετόν αρμέ
ε) «προεντεταμένο σκυρόδεμα» — οπλισμένο σκυρόδεμα στο εσωτερικό τού οποίου έχουν αναπτυχθεί τεχνητά μόνιμες εντατικές καταστάσεις χάρη στην όπλισή του με πολύ τανυσμένες χαλύβδινες ράβδους, γεγονός που προσδίδει στο σκυρόδεμα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αντοχής και ελαστικότητας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σκύρο* / σκίρ(ρ)ο «χαλίκι» + δέμα (< δένω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σκυρόδεμα — το υλικό δομής φτιαγμένο από σκύρα, άμμο, τσιμέντο και νερό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θεμελίωση — Το υπόγειο τμήμα ενός κτιρίου, γέφυρας ή άλλου χτίσματος που προορίζεται να υποβαστάζει το υπέργειο κτίσμα, δηλαδή τις λεγόμενες υπερυψωμένες κατασκευές. Οι θ. των οικοδομών ταξινομούνται στους εξής κύριους τύπους: συνεχείς, συνολικού οικοπέδου… …   Dictionary of Greek

  • γέφυρα — Τεχνικό έργο που εκτείνεται σε όλο το πλάτος ενός δρόμου, όταν διακόπτεται για ένα διάστημα η συνέχεια του αναχώματος, είτε εξαιτίας των εμποδίων που δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθούν, όπως είναι για παράδειγμα τα υδάτινα ρεύματα, μία χαράδρα ή οι …   Dictionary of Greek

  • τρούλος — Κατασκευή ημισφαιρικού ή παρόμοιου σχήματος (π.χ. ημιελλειψοειδούς), η οποία χρησιμοποείται για την κάλυψη χώρων με κάτοψη κυκλική, τετραγωνική, ή σχήματος κανονικού πολυγώνου. Αρχαιότατα δείγματα τρουλωτών κατασκευών υπάρχουν στη Μικρά Ασία… …   Dictionary of Greek

  • αντοχή — Η δύναμη του υλικού σώματος να αντιστέκεται σε ενέργειες που μπορούν να αλλάξουν τη μορφή ή τη σύστασή του. α., διηλεκτρική. Η διηλεκτρική α. είναι η μέγιστη τιμή της διαφοράς δυναμικού (τάσης), η οποία μπορεί να εφαρμοστεί μεταξύ δύο αγωγών,… …   Dictionary of Greek

  • μπετονιέρα — Μηχανή αναμεικτική, κατάλληλη για την προετοιμασία σκυροδέματος. Στους διάφορους τύπους μ., το βασικό στοιχείο είναι πάντα ένα περιστρεφόμενο κυλινδρικό ή κυλινδροκωνικό (κολουροκωνικό) τύμπανο, εφοδιασμένο εσωτερικά με πτερύγια, στο οποίο… …   Dictionary of Greek

  • μπετόν — και μπετό, το άκλ. 1. δομικό υλικό από τσιμέντο, αμμοχάλικο και νερό, το σκυρόδεμα 2. μτφ. α) (για πρόσωπα) σκληρός, αλύγιστος β) (για πράγματα) καθετί το ανθεκτικό 3. φρ. «μπετόν αρμέ» σιδηροπαγές σκυρόδεμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. beton < λατ.… …   Dictionary of Greek

  • προεντείνω — ΝΑ τεντώνω κάτι προηγουμένως νεοελλ. 1. τεχνολ. υποβάλλω ένα υλικό σε προένταση 2. (η μτχ. παθ. παρακμ.) προεντεταμένος, η, ο τεχνολ. αυτός που έχει υποστεί προένταση 3. φρ. «προεντεταμένο σκυρόδεμα» τεχνολ. σκυρόδεμα τού οποίου, κατά την… …   Dictionary of Greek

  • σιδηροπαγής — ές, Ν 1. σιδηρόδετος, ενισχυμένος με σιδερένιο οπλισμό 2. φρ. «σιδηροπαγές σκυρόδεμα» ενισχυμένο σκυρόδεμα, μπετόν αρμέ. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιδηρο * + παγής (< θ. παγ τού πήγνυμι), πρβλ. χρυσο παγής] …   Dictionary of Greek

  • στέγη — Τμήμα οικοδομής, που καλύπτει το πάνω μέρος της για να προφυλάξει το εσωτερικό της από τις καιρικές συνθήκες. Τύποι στέγης είναι η ταράτσα, η επικλινής, η αψίδα και θόλος. Η ταράτσα είναι μια επίπεδη οροφή που αποτελείται, από ξύλινες ή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.